εγκέλαδος

εγκέλαδος
I
Μυθολογικό πρόσωπο. Ένας από τους Γίγαντες, γιους της Γης. Έπαιξε σημαντικό ρόλο στη Γιγαντομαχία, όπου ήταν αντίπαλος της Αθηνάς, η οποία τον σκότωσε ρίχνοντας επάνω του το νησί Σικελία ή την Αίτνα. Σκηνές από την πάλη της Αθηνάς με τον Ε. κοσμούσαν τον πέπλο, τον οποίο αφιέρωναν οι κοπέλες της Αθήνας στη θεά στη γιορτή των Παναθηναίων.
Κατά μία άλλη παράδοση, ο Ε. βρήκε τον θάνατο χτυπημένος από τον κεραυνό του Δία, ο οποίος τον έθαψε κάτω από το βουνό Όσσα.
II
(Αστρον.). Δορυφόρος του Κρόνου, ο δεύτερος ως προς την απόσταση και ο έκτος ως προς τη σειρά ανακάλυψής του (1789). Η απόστασή του από τον Κρόνο είναι 238.100 χλμ. Το φαινόμενο μέγεθός του είναι 12 και η διάμετρός του 510 χλμ. Η κλίση της τροχιάς του ως προς εκείνη του Κρόνου είναι 26° 44’,7 και η μάζα του είναι σχεδόν ίση με το χιλιοστό της Σελήνης.
* * *
ο
ένας απ' τους γίγαντες, γιος τού Ταρτάρου και τής Γης, προσωποποίηση τού σεισμού
νεοελλ.
ο δεύτερος κατά σειράν αποστάσεως δορυφόρος τού Κρόνου
αρχ.
είδος εντόμου που προκαλεί βόμβο.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Ἐγκέλαδος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγκέλαδος — a buzzing insect masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εγκέλαδος — ο γίγαντας της μυθολογίας, που κατοικεί στα έγκατα της γης και προκαλεί τους σεισμούς …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Ἐγκελάδοιο — Ἐγκέλαδος masc gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγκελάδοιο — ἐγκέλαδος a buzzing insect masc gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐγκελάδου — Ἐγκέλαδος masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγκελάδου — ἐγκέλαδος a buzzing insect masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐγκελάδων — Ἐγκέλαδος masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγκελάδων — ἐγκέλαδος a buzzing insect masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐγκελάδῳ — Ἐγκέλαδος masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”